tester



Άλλο ένα «*Σαβάζ» είχε έρθει.
Εμείς, οι πέντε ιέρειες - η Λαβά, η Νέκα, η Μαραμά, η Φυράρ και φυσικά εγώ - είχαμε πάρει την θέση μας γύρω από την σκηνή που είχε στήσει η φυλή των "Μεχριβάν" για την ιεροτελεστία της τεκνοποίησης.

Το δεξί μας χέρι άγγιζε το δέρμα της σκηνής ενώ το αριστερό μας τον ώμο της διπλανής μας και με τα μάτια σφαλισμένα περιμέναμε να νιώσουμε το κάλεσμα τραγουδώντας…


«Πιάσε το χέρι μου…
Δώσε μας την ελπίδα…
Να γίνουμε ένα…
Να φέρουμε το φως…
Έλα μαζί μας…
Κάνε το χρέος σου…
Μείνε στον κόσμο…
ΑΥΤΟΝ…»

Μέσα στην σκηνή, το θηλυκό με το αρσενικό ζευγάρωναν. Έτσι ήταν η φυσική τροπή των πραγμάτων. Αλλά σε αυτήν την ένωση τα πάντα πήγαιναν στραβά. Το θηλυκό που βρισκόταν μέσα στην σκηνή άρχισε να σκούζει. Τα αγκομαχητά της έφταναν μέχρι τα αυτιά μας. Αυτά όμως τα αγκομαχητά δεν έμοιαζαν με τα άλλα.

Σας ιέρεια δεν ήξερα πολλά από αυτά. Κανένα θηλυκό δεν αναπαράγονταν αν δεν επιλεγόταν πρώτα από την φυλή του, αλλά η δική μας αγνότητα ήταν που έπαιζε τον πιο σημαντικό ρόλο. Έκανε τα πνεύματα να μας εμπιστεύονται, να  ακούν το κάλεσμα μας και να μας αφήνουν να  τα καθοδηγούμε. Αυτή η ανάσα όμως δεν μου φάνηκε φυσιολογική. Δεν έμοιαζε με καμία άλλη που είχα ακούσει όλα αυτά τα χρόνια. Η ανάσα της θηλυκιάς, όσο περνούσε η ώρα πνιγόταν όλο και περισσότερο. Τα αγκομαχητά της γινόντουσαν κραυγές, κραυγές τόσο δυνατές που όλοι όσοι ήταν μαζεμένοι γύρω μας άρχισαν να ταράζονται. Διάφορα μουρμουρητά έρχονταν κάπου από πίσω μου αλλά δεν τα άφηνα να με αποσυντονίσου.
 

*Σαβάζ… ιεροτελεστία τεκνοποίησης.


Είχα μια αποστολή και έπρεπε να την φέρω εις πέρας.

Το δέρμα της σκηνής άρχισε να κουνιέται. Τα χέρια της δημιουργούσαν εξογκώματα πάνω στο δέρμα αλλά κανένα πνεύμα δεν δεχόταν την παράκληση μας για να την λυτρώσει από το βασανιστήριο της.

Οι κραυγές δυνάμωναν, η σκηνή κουνιόταν με περισσότερη ένταση και εμείς παλεύαμε μάταια με τα στοιχεία της φύσης  που πεισματικά δεν  ανταπέδιδαν το κάλεσμα μας.

Το χέρι της θηλυκιάς άξαφνα έπιασε το δικό μου. Το έσφιξε με τόση δύναμη που κόντεψε να σχίσει το δέρμα που μας χώριζε. Από τον πόνο που ένιωσα ένα αγκομαχητό πόνου ξέφυγε από τα χείλη μου και με έκανε να διπλωθώ στα δύο. Δεν μπορούσα τώρα να τα παρατήσω. Έπρεπε να συνεχίσω.

«Πιάσε το χέρι μας…
Δώσε μας την ελπίδα…
Να γίνουμε ένα…
Να φέρουμε το φως…
Έλα μαζί μας…
Κάνε το χρέος σου…
Μείνε στον κόσμο…
ΑΥΤΟΝ…»

Συνέχισα να τραγουδώ πιο δυνατά, με περισσότερο πάθος και εκεί που πίστευα ότι όλα θα τέλειωναν εδώ χωρίς να ολοκληρωθεί η ιεροτελεστία της γονιμοποίησης… το ένιωσα. Ήταν δυνατότερο από κάθε τι που είχα νιώσει, με κυρίευσε ολόκληρη, με έκανε δική του. Σε όλα τα «Σαβάζ» εμείς καλούσαμε την ψυχή και εκείνη - μέσα από την δική μας καθοδήγηση - εγκαθίσταντο κατευθείαν στο σώμα του ξενιστή του,  τη θηλυκιά που είχε  επιλεχθεί από την φυλή για να τη φιλοξενήσει. Όμως αυτό το πνεύμα, αυτή η ψυχή, δεν διάλεξε το δικό της σώμα. Διάλεξε εμένα.

"Μην του επιτρέψεις να με διεκδικήσει"… άκουσα μια φωνή μέσα στο μυαλό μου να μου ζητά επιτακτικά και τα έχασα τελείως.
"Ποιος; Ποιος μου μιλά;"… ρώτησα αποπροσανατολισμένη μέσα μου.
"ΤΩΡΑ" άκουσα το τέρας που ζευγάρωνε με την θηλυκιά να ουρλιάζει και αυτόματα άνοιξα τα μάτια τρομοκρατημένη σπάζοντας την ένωση μου με τις υπόλοιπες ιέρειες.
Ήταν το μεγαλύτερο μου λάθος αλλά δεν υπήρχε επιστροφή. Το ουρλιαχτό της θηλυκιάς μας έκανε να καταλάβουμε ότι δεν θα επιβίωνε από αυτήν την ένωση. Το αίμα που κατρακυλούσε κάτω από την σκηνή και άγγιζε τα σταυρωμένα μου πόδια το επιβεβαίωνε. Πέθαινε και ο μόνος τρόπος να σωθεί ήταν να στείλω το πνεύμα που με είχε κυριεύσει στο δικό της σώμα.
"ΤΩΡΑ" ούρλιαξε και πάλι το αρσενικό και το χέρι που κράταγε ακόμα το δικό μου με έσφιξε με τόση δύναμη που ένιωσα τα κόκαλα μου να θρυμματίζονται.
Το ουρλιαχτό μου έκανε τις υπόλοιπες ιέρειες να σταματήσουν το τραγούδι και να με κοιτάξουν με απορία.
Δεν είχαν καταλάβει τι είχε συμβεί; Δεν είχαν καταλάβει ότι το πνεύμα αντί να πάει στον σωστό ξενιστή εκείνο είχε καταλάβει εμένα;
Όχι δεν είχαν καταλάβει τίποτα από όλα αυτά.
"ΜΗΝ ΣΤΑΜΑΤΑΤΕ" ούρλιαξα επιτακτικά και εκείνες αμέσως υπάκουσαν.
"Συγνώμη"… ζήτησα μέσα από την σκέψη μου από το πνεύμα που με είχε καταλάβει και έκλεισα ξανά τα μάτια.
Το τελευταίο ουρλιαχτό της θηλυκιάς και η σιωπή που ακολούθησε υποδήλωσε το τέλος της. Ήταν πια αργά. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να την σώσω. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να σώσω εμένα. Ήμουν καταδικασμένη, στιγματισμένη, με ένα πνεύμα να μου έχει καταβάλει το σώμα και το μυαλό.
Και τώρα;
Πως θα μπορέσω να το εξηγήσω όλο αυτό και σε ποιον; Ποιος θα μπορούσε να με πιστέψει όταν ακόμα και οι αδελφές μου δεν είχαν καταλάβει τι μου συνέβαινε;


1. Έλα μαζί μου…

Τα πάντα πάνω σε αυτόν το πλανήτη που κάποτε οι κάτοικοι του τον αποκαλούσαν "Γη" δεν θύμιζε τίποτα την παλιά του ζωή. Τα πλάσματα που κατοικούσαν πια σε αυτόν τον άγονο αμμώδη τόπο, δεν θύμιζαν τους παλιούς της ένοικους, τους «ανθρώπους». Τα πρόσωπα τους είχαν αγριέψει από τις κακουχίες. Το δέρμα τους είχε σκληρύνει για να αντέξουν το κλήμα. Η καρδιά τους είχε πετρώσει για πάντα ώστε να καταφέρει να επιβιώσει.
Εγώ είχα γεννηθεί με μια ιδιαίτερη ανομοιομορφία σε σχέση με τους υπόλοιπους. Το δικό μου σώμα θύμιζε αυτό που κάποτε χαρακτηριζόταν γήινο αλλά δεν έμοιαζα ολοκληρωτικά με εκείνους.
Όταν γεννήθηκα, η θηλυκιά που με έφερε σε αυτόν τον άγριο και αφιλόξενο τόπο, ήξερε ότι έπρεπε να με αποχωριστεί. Όσα παιδιά γεννιόντουσαν με ένα τρίτο μάτι ανάμεσα στα άλλα τους δύο μάτια όλοι ήξεραν ότι ήταν ευλογημένα. Ήξεραν ότι προορίζονταν για έναν μεγαλύτερο σκοπό.
Αυτό το μάτι, δεν έβλεπε το μέλλον, δεν διάβαζε τα άστρα, όμως κοίταζε μακριά, πέρα από τον ουρανό και τα αστέρια, μπορούσε να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι της αβύσσου. Μπορούσε να δει τις ψυχές που ψάχνανε να βρούνε καταφύγιο - έναν ξενιστή - για να εδραιωθούν και να αναγεννηθούν στον δικό μας κόσμο.
Αν με ρωτήσετε θα σας πω ότι πραγματικά απορώ. Γιατί κάποιος να θέλει να ζήσει την δική μας ζωή;
Ο πλανήτης είχε ερημωθεί. Τα πάντα ήταν καλυμμένα με άμμο. Το νερό ήταν το πολυτιμότερο αγαθό μας. Το κορμί μας δίψαγε για λίγη σκιά που δεν  υπήρχε πουθενά. Τα πάντα ήταν ήλιος και σκοτάδι. Το απόλυτο σκοτάδι που αντικαθιστούσε το υπέρτατο φως που σε τύφλωνε σε σημείο που έμενες για αρκετές ώρες με στίγματα μέσα στα μάτια σου να χορεύουν σαν πυγολαμπίδες πετώντας από εδώ και από εκεί ανάλογα με το που γυρίζει η ματιά σου.
Δεν υπήρχε ισορροπία σε αυτήν την νέα γη, την "*Αμμουράνδα". Υπήρχε μόνο μοχθηρία, αγριότητα και πάλη. Πάλη για την ζωή. Μια ζωή που αν θέλετε την γνώμη μου, απορούσα γιατί υπήρχε.
Δεν υπήρχε ελπίδα. Όλα είχαν τελειώσει. Και οι φυλές, αυτές που είχαν απομείνει, πάλευαν να δημιουργήσουν ξανά μια νέα ζωή από το τίποτα. Και πάλι από το μηδέν.
Άκουγα ιστορίες για ανθρώπους που τα είχαν όλα. Τι σήμαινε αυτό το όλα; Κανείς δεν ήξερε να μου απαντήσει. Οπότε με το δικό μου μυαλό φανταζόμουν μια εύφορη γη, με νερό, σκιά και δροσιά. Πολύ δροσιά, κάτω από ένα "δέντρο" με χοντρό κορμό, κλαδιά και πολλά φύλλα. Έτσι μου το είχαν περιγράψει. Και αυτό για μένα ήταν το μόνο που σήμαινε ελπίδα.
Αλλά όσες φυλές και να γύρισα όσες αναγεννήσεις και να βοήθησα να γίνουν, δεν είδα καμία ελπίδα. Το μόνο που είδα, ήταν δυστυχία και κτήνη σε διάφορες μορφές. Μωρά που ερχόταν να προσθέσουν κι άλλη δυστυχία με το ατελείωτο κλαψούρισμα τους. Και αυτά τα μωρά εγώ είχα βοηθήσει να έρθουν σε αυτήν την ζωή.
Γιατί;
Γιατί πολύ απλά… η ζωή συνεχίζεται. Όσο άσχημη και να είναι. . Είναι το πιο πρωτόγονο ένστικτο, χαραγμένο σε κάθε ζωντανό ον από την απαρχή του κόσμου.
Όλα είχαν τελειώσει. Ήταν το πρώτο "Σαβάζ" που είχε τελειώσει τόσο άδοξα. Η θηλυκιά δεν είχε επιβιώσει και το πνεύμα… αυτό βρισκόταν μέσα μου. Τι θα μπορούσε να σημαίνει τώρα αυτό;
Είχε πέσει η απόλυτη σιωπή. Τα μέλη της φυλής έστεκαν μαρμαρωμένοι και μας κοιτούσαν. Κανείς δεν τόλμαγε να πει κουβέντα.  Ήξεραν ότι δεν ορίζαμε εμείς το αν κάποιο πνεύμα  διάλεγε ή όχι τον ξενιστή που  δωρίσανε. Μια γυναίκα μόνο έβγαλε ένα σύντομο πνιχτό ήχο που γρήγορα χάθηκε στην εκκωφαντική σιωπή της ερημιάς.
* Αμμουράνδα … αμμώδες γη.

Ήταν η *Μάναμα, δηλαδή το θηλυκό που είχε φιλοξενήσει στο σώμα της την θηλυκιά που κείτονταν πλέον νεκρή μέσα στην δερμάτινη σκηνή νοτίζοντας την άμμο με το αίμα της.
Δεν μιλούσε, δεν έλεγε τίποτα, όμως μόλις τα μάτια της αντίκρισαν το αρσενικό επιβήτορα που βγήκε από την σκηνή καλυμμένος από πάνω ως κάτω με αίμα τότε άδειασε ολόκληρη. Τα πόδια της λύγισαν, άγγιξαν την καυτή άμμο. Τα χέρια της κάλυψαν το πρόσωπο της. Κανένας λυγμός δεν βγήκε από τα σφραγισμένα της χείλι. Κανένα χέρι δεν της άγγιξε τον ώμο για παρηγοριά. Κανένας δεν έδωσε σημασία στον δικό της πόνο.
Βλέποντας τον επιβήτορα χαμήλωσαν τα μάτια, όλοι ξέρανε τι είχε συμβεί και όλοι αδιαφορούσαν. Γυρίζοντας την πλάτη τους κατευθυνθήκαν σιωπηλά προς τις σκηνές τους. Δεν υπήρχε λόγος να μείνουν άλλο εκεί. Σε λίγο θα έπεφτε ο ήλιος και όλοι γνωρίζαμε τι σήμαινε αυτό. Σήμαινε το απόλυτο σκοτάδι, με βροχή από πεφταστέρια να λαμπιρίζουν πάνω στον κατάμαυρο ουρανό που θα είναι το μοναδικό φως που θα μας συντρόφευε μέχρι να έρθει και πάλι η ανατολή την ίδια στιγμή που οι στάλες του βρόχινου νερού θα έπεφτε ακατάπαυστά στα κεφάλια μας .
Ξέραμε ότι έπρεπε να τους ακολουθήσουμε, να μπούμε κάτω από το πρόχειρο κάλυμμα που μας είχαν παραχωρήσει γι' αυτό το βράδυ, αλλά εμείς δεν κουνιόμασταν. Παραμείναμε εκεί να κοιτάμε τον αρσενικό επιβήτορα να στέκει επιβλητικός πάνω από τα κεφάλια μας.
Τα ρούχα του ήταν πρόχειρα βαλμένα. Μερικά δέρματα ενωμένα με μαύρο μαλλί *2Ασβελένιου να καλύπτουν μόνο τα επίμαχα σημεία τους σώματος του αφήνοντας το υπόλοιπο του κορμί εκτεθειμένο.
Αυτό το αρσενικό δεν είχε πολλές ανομοιομορφίες όπως οι υπόλοιποι. Μάλλον γι' αυτό και τον είχαν επιλέξει για επιβήτορα.
Το δέρμα του είχε μια περίεργη υφή. Λες και ήταν καλυμμένο με δέρμα *3έρπιου. Ήταν σκούρο, σχεδόν μελανιασμένο και Είχε διάφορες αυλακιές σαν κάποιος να τον είχε γδάρει αλλά δεν φαινόταν να έχει ουλές, πράγμα πολύ περίεργο για την εποχή μας που τα πάντα λύνονταν με μια πέτρα και ένα κοντάρι με μύτη από *πετροχάλιδα.


*Μάναμα… μητέρα
*2Ασβελένιου… είδος αλόγου.
*3Έρπιο… ερπετό.
Τα μάτια του ήταν επίσης ερπετόμορφα. Τελείως σχιστά τόσο που δεν ήσουν σίγουρος αν την στιγμή που σε κοιτάζανε ήταν κλειστά ή όχι. Τα μαλλιά του που έφταναν μέχρι την μέση του, ανέμιζαν σε κυματιστές μαύρες μπούκλες ενώ μια παχιά φράντζα κάλυπτε το μέτωπο του μέχρι τα πυκνά του φρύδια. Ενώ το μακρύ, τριγωνικό του μούσι ήταν μπλεγμένο σε πλεξίδες. Τα χείλη του δεν διακρινόταν καθόλου.
Ήταν τεράστιος και ψηλός. Η παλάμη του σίγουρα πρέπει να ήταν δύο φορές η δική μου και όμως, ούτε για μια στιγμή δεν ένιωσα τρόμο αντικρίζοντας τον. Περισσότερο θα έλεγα ότι ένιωθα δέος! Όχι δεν ήταν έλξη, ούτε σκίρτημα, ήταν εκείνο το κάτι που σε κάνει να νιώθει ασφάλεια δίπλα σε κάποιον. Σε κάποιον που ξέρεις ότι είναι ικανός να σε προστατέψει.
Και όλα αυτά στο πρόσωπο ενός δολοφόνου; Κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Σίγουρα αυτά δεν ήταν δικά μου συναισθήματα.
Με το χέρι του να απομακρύνει το αίμα που είχε κατασταλάξει πάνω στο σημείο που ήταν τα χείλη του, γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μας. Οι αδελφές μου ένιωσαν να τρομοκρατούνται, όχι όμως και εγώ.
"Ποια από όλες σας έγινε ξενιστής του;" ρώτησε με βαριά μπάσα φωνή και οι αδελφές μου τα έχασαν τελείως.
Κανείς δεν μας απεύθυνε τον λόγο, όχι άμεσα τουλάχιστον και το γεγονός ότι αυτός ο άγριος, όχι απλά μας είχε κοιτάξει αλλά μας μιλούσε κιόλας τώρα, έκανε τις αδελφές μου να κοιταχτούνε μεταξύ τους με απορία. Εγώ δεν τους ανταπέδωσα το βλέμμα. Συνεχίζοντας να τον κοιτώ ευθεία στα μάτια έμεινα να αναρωτιέμαι.
*Πετροχάλιδα… πετρώδες μυτερό αντικείμενο που βάζανε προέκταση στα κοντάρια τους. Ενίοτε το χρησιμοποιούσαν και σαν μαχαίρι. 


Πως το είχε καταλάβει; Εδώ οι αδελφές μου που ένιωθαν τα πνεύματα όπως και εγώ, τα έβλεπαν όταν έκαναν το μακρύ τους ταξίδι για να έρθουν να διαλέξουν ξενιστή και πάλι, δεν είχαν καταλάβει τίποτα.
"Εσύ…" είπε επιτακτικά κοιτώντας με κατάματα. "Έλα μαζί μου" δεν ήταν παράκληση. Ήταν διαταγή. Μια διαταγή που δεν την εκτέλεσα.
Δεν νευρίασε, κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, δεν με αγριοκοίταξε καν, παρά με αργά και σταθερά βήματα ήρθε μπροστά μου, λύγισε τα γόνατα και με κοίταξε ευθεία στα μάτια. Οι αδελφές μου είχαν κατεβάσει πια τα χέρια τους που άγγιζε την δερμάτινη σκηνή όχι όμως και εγώ. Ο πόνος στο χέρι μου με καθήλωνε. Έκανε τα μάτια μου να τσούζουν σαν να θέλουν να δακρύσουν αλλά δεν έσταξε κανένα δάκρυ. Τα χείλια μου δεν έβγαζαν την παραμικρή άχνα. Ο πόνος έκανε το μυαλό μου να δουλεύει πυρετωδώς και τον χρησιμοποιούσα τώρα σαν όπλο.
Τι ήθελε από μένα; Αναρωτιόμουν αλλά δεν τολμούσα να το εκφράσω δυνατά.
«Θέλω μόνο να σου μιλήσω…» απάντησε στην ανείπωτη ερώτηση μου ξαφνιάζοντας με. «Το Σαβάζ τελείωσε, δεν έχεις λόγο να με φοβάσαι. Το πρωί θα είσαι το ίδιο αγνή όπως τώρα» συνέχισε με μια φωνή που με υπνώτιζε.
«Κενώα» άκουσα την τρομοκρατημένη φωνή της αδελφής μου της Νέκα που καθόταν δίπλα μου στα δεξιά ενώ ταυτόχρονα μου έσφιξε αντανακλαστικά τον ώμο με το χέρι που ακόμα με ακουμπούσε.
«Καμιά σας δεν έχει λόγο να ανησυχεί…» μίλησε ξανά το αρσενικό που έστεκε μπροστά μου πιο δυνατά από όσο χρειαζόταν κοιτώντας τις αδελφές μου μία-μία. «Η αδελφή σας θα είναι ασφαλής…» συνέχισε προς τα εκείνες πριν γυρίσει να με κοίταξε ξανά κατάματα. «Μαζί μου» τόνισε σε μένα και πριν του δώσω την άδεια μου, με τράβηξε κοντά του για να με βοηθήσει να σηκωθώ.
Εκείνος, κρατώντας με ακόμα στην αγκαλιά του, προχώραγε μπροστά και εγώ σαν έρμαιο τον ακολουθούσα. Δεν ήταν ότι ο φόβος που με έκανε να μην αντιδρώ αλλά πραγματικά ήθελα να μάθω τι είχε να μου πει. Έλπιζα τουλάχιστον σε κάποιες εξηγήσεις. Πως ήξερε ότι το πνεύμα διάλεξε το δικό μου σώμα για να το φιλοξενήσει; Πως ήξερε τι σκεφτόμουν ακριβώς την στιγμή που τον κοιτούσα; Πως γνώριζε ότι δεν θα του αντιστεκόμουν όταν πήρε την απόφαση να με τραβήξει κοντά του από την στιγμή που υπήρχε ο άγραφος νόμος που άφηνε να εννοηθεί ότι κανένας δεν ερχόταν σε οποιαδήποτε επαφή με τις ιέρειες της γονιμότητας;
Στην διαδρομή προς μια σκηνή όπου με οδηγούσε δεν συναντήσαμε κανέναν. Όλοι είχαν πια γυρίσει στην βαριά τους καθημερινότητα. Όλοι εκτός από μια. Ήταν εκείνη η μάναμα. Τα χέρια της ακόμα σφράγιζαν το άγριο πρόσωπο της, τα γόνατα της ακόμα άγγιζαν την καυτή άμμο όμως εκείνη δεν έλεγε να κουνηθεί από την θέση της. Μόνη, απαρηγόρητη έστεκε εκεί και ξέσπαγε βουβά τον αβάσταχτο πόνο της. Κανείς δεν της είχε δώσει σημασία, ούτε καν αυτό το άγριο αρσενικό που ήταν η αιτία για τον πόνο της.
Ήθελα να την πλησιάσω, να αγγίξω τον ώμο της παρηγορητικά, να της πω πόσο λυπάμαι αλλά δεν έκανα τίποτα από όλα αυτά. Ήξερα ότι ήταν μια μάταιη προσπάθεια.
Όλοι μας υποφέραμε, ο κάθε ένας για τους δικούς του λόγους και όλοι ξέραμε από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης μας ότι αυτό το βάρος θα πλάκωνε μόνο την δική μας καρδιά. Δεν υπήρχε λόγος να το μοιραστείς με κανέναν άλλον γιατί πολύ απλά το μόνο που θα κέρδιζες ήταν να χάσεις το μοναδικό σου όπλο για να επιβιώσεις σε αυτό που όλοι αποκαλούσαν ζωή. Την ελπίδα.
Η ελπίδα ήταν για μας η μοναδική κινητήριος δύναμη για τον δρόμο της επιβίωσης. Χωρίς αυτήν δεν υπήρχε σκοπός, δεν υπήρχε λόγος ύπαρξης, δεν υπήρχε τίποτα. Χωρίς αυτήν όλα ήταν μάταια.
Όταν παραμέρισε το δερμάτινο πανί της σκηνής που με είχε οδηγήσει κοίταξα για λίγο πίσω μου. Η σκηνή που είχαν παραχωρήσει στο ζευγάρι για το Σαβάζ ήταν αρκετά μακριά μας αλλά από το σημείο όπου βρισκόμουν τώρα, μπορούσα να το διακρίνω.
Οι αδελφές μου ακόμα έστεκαν εκεί. Ενωμένες σαν μια γροθιά, πιασμένες χέρι, χέρι, μας κοίταζαν. Μας κοίταζαν αλλά δεν έκαναν και τίποτα άλλο. Τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν άλλωστε. Οι δύναμη των άγριων ήταν τόσο μεγάλη που αν αποφάσιζαν για τον οποιοδήποτε λόγο να τα βάλουν μαζί μας τότε πηγαίναμε χαμένες. Το μόνο που μας έσωζε απέναντι τους ήταν το γεγονός ότι χωρίς εμάς, δεν θα υπήρχε μετέπειτα ζωή, δεν θα υπήρχε καμία εξέλιξη σε αυτόν τον πλανήτη. Γι’ αυτό και μόνο τον λόγο μπορούσαμε να κοιμόμαστε ήσυχες αλλά δεν καθησυχαζόμασταν κιόλας.
Το χέρι του άγριου με παρότρυνε να περάσω το άνοιγμα. Τον κοίταξα για μια στιγμή. Γιατί εμένα;… ήρθε αυτόματα η απορία μου με παράπονο.
«Γιατί μάλλον εσύ είσαι η εκλεκτή… για εκείνον» ήρθε η αυτόματη απάντηση του και με αποστόμωσε. Το πίσω μέρος του μυαλού μου μόλις είχε καταγράψει την πληροφορία που μου είχε δώσει αλλά εγώ το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ αυτήν την στιγμή ήταν: Πως ξέρει πάντα τι σκέφτομαι;
Μπαίνοντας στην σκηνή παρατήρησα ότι ήταν τεράστια. Μια φωτιά που έκαιγε στην μέση έκανε την θερμοκρασία της σκηνής να γίνεται αποπνικτική αλλά δεν ήταν εκεί για να την ζεσταίνει. Διάφορα κρέατα περασμένα σε πασσάλους από Πετροχάλιδα σμιλεμένο έτσι ώστε να είναι σουβλεροί και μακριοί, δημιουργούσαν ένα τοίχος γύρω από την φωτιά. Η φωτιά έψηνε το κρέας και η τσίκνα του πάλευε να βγει από το κενό που υπήρχε στην κορυφή της τέντας.
Η ανάσα μου από τα στρώματα από δέρμα που υπήρχαν επάνω στο πρόσωπο και το κορμί μου, δυσκολευόταν, λεπτό το λεπτό περισσότερο αλλά δεν μίλησα. Το αρσενικό από την άλλη δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί.
«Αυτή η σκηνή προοριζόταν για την γιορτή του Σαβάζ. Εδώ θα καλωσορίζαμε το νέο μέλλος της φυλής μας αλλά όπως βλέπεις κανείς δεν έχει όρεξη να γιορτάσει» είπε σπάζοντας πρώτος την σιωπή ενώ καθόταν μπροστά από το κρέας που είχε πάρει ένα μαυριδερό χρώμα. 
«Θα πρέπει να πεινάς» έκανε μόνος του την διαπίστωση του και πιάνοντας ένα Πετροχάλιδα που ήταν ακουμπισμένο πάνω στο δέρμα όπου καθόταν μπροστά του άρχισε να κόβει το κρέας.
Η εξωτερική του όψη με αηδίαζε μου θύμιζε καμένα αποξηραμένα κόπρανα όπου ήταν η κύρια πηγή της φωτιάς, όμως καθώς η επιφάνεια του Πετροχάλιδα το έκοψε εκείνο αποκάλυψε ένα ζουμερό κεχριμπαρένιο χρώμα. Δεν γνώριζα τι κρέας ήταν αλλά από την όψη του και μόνο έκανε τα σάλια μου να υγράνουν τα σκασμένα μου χείλι.
«Έλα κοντά μου» με παρότρυνε ενώ έτεινε προς το μέρος μου με το χέρι του το κομμάτι κρέας που κρατούσε. Δεν κουνήθηκα.
«Σίγουρα θα πρέπει να πεινάς» διαπίστωσε και πάλι. «Εγώ πεινάω όσο δεν έχω πεινάσει ποτέ άλλοτε στην ζωή μου» εκμυστηρευτικέ ενώ τα μάτια του λαμπίριζαν με έναν περίεργο τρόπο που δεν είχα δει ποτέ σε κανένα άλλο πλάσμα από όσα είχα αντικρίσει.
Και πάλι δεν κουνήθηκα. Δεν με πίεσε περισσότερο. Ανοίγοντας το στόμα του διαπλατα άρπαξε με τα δόντια του ένα τεράστιο κομμάτι από το κρέας που ακόμα κράταγε στο χέρι και βάλθηκε να το μασουλά κοιτώντας το κενό.
Όταν σταμάτησε να με κοιτά με εκείνα τα μισόκλειστα μάτια του, ένιωσα το κορμί μου να τρέμει. Δεν ήταν από φόβο, ήταν από πόνο. Το χέρι μου είχε πια κρυώσει και ο πόνος που μου προκαλούσε ήταν αφόρητος αλλά δεν τόλμαγα να πω τίποτα.
Άξαφνα, εκεί που πίστευα ότι είχε ξεχάσει την ύπαρξη μου, όπως συνήθιζαν τα πλάσματα που υπήρχαν δίπλα μας να κάνουν, εκεί γύρισε και με κοίταξε απότομα ξανά μέσα στα μάτια. Με απορία; Δεν γνώριζα.

0 σχόλια: